ἔκθυσις

ἔκ-θῠσις, εως, , (ἐκθύω I)
A atonement, expiatory rites, Id.Marc.28.
2 averting by sacrifices,

τῶν εἱμαρμένων Iamb.Myst.9.3

, cf.1.13(pl.)(leg. ἐκλ-).
II (ἐκθύω II) breaking out, eruption, Hp.Coac.168.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκθυσις — atonement fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκθυσις — (I) ἔκθυσις, η (Α) βλ. έκθυση. (II) ἔκθυσις, η (Α) εξιλαστήρια θυσία, εξαγνιστική τελετή …   Dictionary of Greek

  • ἐκθύσεις — ἔκθυσις atonement fem nom/voc pl (attic epic) ἔκθυσις atonement fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκθυσιν — ἔκθυσις atonement fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκθυση — η (Α ἔκθυσις) εμφάνιση εξανθημάτων στο δέρμα …   Dictionary of Greek

  • σεπτήρια — Γιορτή που γινόταν στην αρχαιότητα στους Δελφούς κάθε 9 χρόνια, σε ανάμνηση του αγώνα μεταξύ Πύθωνα και Απόλλωνα. Έφτιαχναν αρχικά ένα ομοίωμα της καλύβας του Πύθωνα, έπειτα ακολουθούσε μια απομίμηση της μονομαχίας Πύθωνα Απόλλωνα, και κατόπιν… …   Dictionary of Greek

  • ἐκθύσεως — ἐκθύσεω̆ς , ἔκθυσις atonement fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.